Author: desk
-

-
Υποταγή
Άνοιξε τα μάτια. Ένας αέρας βίαιος, αποφασιστικός, είχε χυθεί στην κάμαρα. Φούσκωνε την κουρτίνα σαν πανί καραβιού, λύγιζε τα λουλούδια στο βάζο, τώρα την ξάφνιαζε στον ύπνο της. Ήταν ένας αέρας ανοιξιάτικος, ο πρώτος: ευώδιαζε δέντρο και δάσος και χώμα. Είχε διαβεί ανενόχλητα τις μακρινές συνοικίες, τους δρόμους μπουκωμένους από μυρωδιές, κι έφτασε ανάλαφρος, φλύαρος,…
-

Ένα κάποιο χαμόγελο
Στο δρόμο μ΄ έπιασε απ΄ το χέρι και με τα βήματά μας συνταιριασμένα, έτσι όπως ακριβώς συνταιριάζουμε τις νύχτες τα κορμιά μας, κατηφορίσαμε προς τη στάση του λεωφορείου λεπτοί κι όμορφοι σαν ζωγραφιές. … Η παρουσία του Λιούκ, έκανε τα πράγματα να τρέχουν μ΄ ένα δικό τους αλλόκοτα γρήγορο ρυθμό, που στη συνέχεια όμως κατάπεφτε…
-
Χαϊκού
Φωτογραφίες της στιγμής της πιο ανείπωτης, που λύνουν τα μάγια της σιωπής αναδεικνύοντας με μοναδικό τρόπο την αισθητική του λόγου διαποτίζοντάς τον με μεταφορές και λυρισμό. Ζωγραφιές της αργής ζωής, ζωγραφιές ολιγόλογες έως σιωπηλές, “νεκρές φύσεις” που αποκτούν ψυχή, που περνούν, χαϊδεύουν όπως ο άνεμος το σκιάχτρο και πάνε, αφήνοντας πίσω τη γαλήνη του Χειμώνα,…
-
Το τραγούδι της σάλπιγγας
Η βοσκή στο λόφο πίσω από του Ουίλσον, πέρα από την πλαγιά όπου υψωνόταν ο στάβλος, έλαμπε στο σούρουπο μ΄ ένα εξαίσιο μελί χρώμα. Όμως ολόγυρα στην κοιλάδα τα χωράφια ξεθώριαζαν και βυθίζονταν στους ίσκιους. Σύντομα το φως θα χανόταν πίσω από το ακριανό ύψωμα. Τα σύννεφα πάνω απ΄ τους λόφους της ακτής θα σκοτείνιαζαν,…
-
Τα εις ευατόν
Πορεύομαι μέσα από τα όσα ορίζει η Φύση, μέχρι να ‘ρθει η ωρα να πέσω να ξεκουραστώ· αφήνοντας την πνοή μου στον αέρα που καθημερινά ανασαίνω, και το κορμί μου στη γη, που χάρισε στον πατέρα μου το σπέρμα, στη μάνα μου το αίμα, στην τροφό μου το γάλα· στη γη που καθημερινά επί τόσα…
-

Πιο πέρα από τη θάλασσα
Η βροχή να πέφτει σ΄ αυτή τη θάλασσα του τίποτα. Αυτό το τίποτα της θάλασσας που απλώνεται κι απλώνεται δίχως τέλος. Το τέλος που ποτέ δεν έρχεται. Κι εσύ φυλακισμένος μέσα στο τίποτα. Τι παράξενο, τι μοναχικό το γεγονός ότι υπάρχεις. … Πηγαίνει στο σπίτι των γονιών του. Περνάει πάνω απ΄ το γέρικο, κουφό σκυλί…
-
Άνθρωποι στον ήλιο – Ο τυφλός και ο κουφός
Και τότε είπε ξαφνικά ο Αμπού Κάις, σαν να να συνέχιζε μια κουβέντα με τον εαυτό του:“Τι θα κάνουμε τώρα, Αμπντ Ελ ‘Αττι;”Κι αισθάνθηκα τα μάτια του να καίνε το πρόσωπό μου, όπως νιώθω καμιά φορά τα αυτιά μου να ανοίγουν σε κάθε αδύναμο ήχο, λες και είναι παγίδα καλά κρυμμένη μέσα στα χορτάρια. Δεν…
-

Το γράμμα μιας άγνωστης
Απο εκείνη τη στιγμή σ’ αγάπησα. Ξέρω πως οι γυναίκες σου είπαν πολλές φορές αυτή τη λέξη, σε σένα τον χαϊδεμένο τους. Μα, πίστεψέ με, καμιά δεν σ΄ αγάπησε τόσο δυνατά -σαν σκλάβα, σαν σκυλί- με τόση αφοσίωση, όσο το κορίτσι εκείνου του καιρού. Τίποτα στον κόσμο δεν μοιάζει με την κρυφή αγάπη ενός παιδιού…
-
Η επινόηση της μοναξιάς
Ο Ο., σε μια συζήτηση με τον Α., του περιγράφει πώς νιώθεις γερνώντας. Ο Ο. μπήκε τώρα στα εβδομήντα, η μνήμη του έχει κενό, το πρόσωπό του είναι ρυτιδιασμένο σαν μισάνοιχτη παλάμη. Κοιτάζοντας τον Α. και κουνώντας το κεφάλι του με ύφος απολύτως απαθές, λέει: “Τί παράξενο να συμβεί αυτό σε ένα αγοράκι”. Ναι, είναι…