Η βροχή να πέφτει σ΄ αυτή τη θάλασσα του τίποτα. Αυτό το τίποτα της θάλασσας που απλώνεται κι απλώνεται δίχως τέλος. Το τέλος που ποτέ δεν έρχεται. Κι εσύ φυλακισμένος μέσα στο τίποτα. Τι παράξενο, τι μοναχικό το γεγονός ότι υπάρχεις.
…
Πηγαίνει στο σπίτι των γονιών του. Περνάει πάνω απ΄ το γέρικο, κουφό σκυλί που κοιμάται στο κατώφλι. Βλέπει τα ξαπλωμένα, κοιμισμένα κορμιά τους. Καθώς σκύβει να δει από κοντά τη μάνα του, το πρόσωπό της φαντάζει ισχνό, κάτωχρο στο φως του φανοστάτη που μπαίνει απ΄ έξω απ΄ το δρόμο. Οι γνώριμες μυρωδιές. Αποσυμφορητικό. Σαπούνι απ΄ τα σφουγγαρισμένα πατώματα. Κερί.
Πηγαίνει σε μέρη όπου δεν είχε πάει ποτέ. Φαντάζεται πόλεις αχανείς, που σφύζουν από ζωή, στολισμένες γιορτινά. Πρόσωπα σαν μάσκες ζωγραφιστές που τον κοιτάζουν καθώς τριγυρίζει στους δρόμους. Μπαίνει σαν φάντασμα σε δωμάτια διάφορα. Κάθεται και κοιτάει ανθρώπους να τρώνε, να βλέπουν τηλεόραση τρώγοντας, να χαζεύουν τα κινητά τους.
Μπαίνει σ΄ ένα δωμάτιο, στέκεται μ΄ άλλους άντρες, παρακολουθεί φωνάζοντας μαζί τους ένα ματς στην τηλεόραση. Μπαίνει σ΄ άλλο δωμάτιο και βλέπει έναν άντρα γιγάντιο γερμένο πάνω σε μια γυναίκα.
Μυρίζει καπνό από πούρο, μυρίζει νωπές εφημερίδες, αποκαΐδια, πορτοκάλια σ΄ ένα πανέρι. Ξεφλουδίζει ένα πορτοκάλι, το φέρνει στη μύτη του. Μυρίζει καψαλισμένο τσίλι, μεξικάνικο τσάι επαζότε. Στίβει ένα μοσχολέμονο στη γλώσσα του. Μπαίνει σ΄ ένα φούρνο και μυρίζει μπισκότα βουτύρου. Τρίβει μερικά κι αφήνει τα ψίχουλα να πέσουν στο πάτωμα.
Βάζει μπροστά του φαγητά που δεν τα είχε δει ούτε στον ύπνο του. Κρεατικά που δεν τα ξέρει, και πίκλες. Για ευχαρίστηση γλείφει σκόρδο, αλάτι, πιπέρι, μουστάρδα, μια σάλτσα για κρέας που έχει γεύση σοκολάτας. Πιπιλάει ζαχαρωμένο τσίλι.
Κάθε βράδυ πάει σε γυναίκες.
…
Ξαπλωμένος την παρακολουθεί που κινείται. Παρακολουθεί άλλες μορφές, άλλους ανθρώπους που ήξερε, τους παρακολουθεί που κινούνται μέσα στις ζωές τους. Στέκεται στη μέση του δρόμου, ή σε μια κάμαρα μέσα, και παρακολουθεί. Σκέφτεται πως ίσως είναι φάντασμα. Οι κινήσεις των ζωντανών. Αυτό βλέπει τώρα. Ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, προχωράει (φορτωμένος τα βάσανά του) μέσα στο χρόνο, μα ο χρόνος κυλάει έξω απ΄ αυτόν.
…
Δίχως σκέψη καμία, κάθεται.
Από το βιβλίο “Πιο πέρα από τη θάλασσα” του Paul Lynch,
από Εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Άγγελου Αγγελίδη και Μαρίας Αγγελίδου
