Άνθρωποι στον ήλιο – Ο τυφλός και ο κουφός

Και τότε είπε ξαφνικά ο Αμπού Κάις, σαν να να συνέχιζε μια κουβέντα με τον εαυτό του:
“Τι θα κάνουμε τώρα, Αμπντ Ελ ‘Αττι;”
Κι αισθάνθηκα τα μάτια του να καίνε το πρόσωπό μου, όπως νιώθω καμιά φορά τα αυτιά μου να ανοίγουν σε κάθε αδύναμο ήχο, λες και είναι παγίδα καλά κρυμμένη μέσα στα χορτάρια. Δεν είπα τίποτα. Όμως οι πόρτες στο κεφάλι μου ήταν όλες κλειστές, και ο Άμπου Κάις δεν περίμενε για πολύ, μουρμούρισε χλευαστικά:
“Τα πράγματα γίνονται πολύ περίπλοκα όταν πεθαίνουν οι ευσεβείς”.
Και άρχισε να γελάει. Θυμήθηκα εκείνη την παράξενη νύχτα στον ξερότοπο, τότε που η γελαστή φωνή του έμοιαζε με νερό που αδειάζει από το ασκί, και ο αντίλαλός της ερχόνταν πίσω από τα δέντρα, κάτω από τις πέτρες κι από το χώμα. Τα πράγματα γίνονται πολύ περίπλοκα όταν πεθαίνουν οι ευσεβείς. Τώρα αναμφίβολα, κοιτάει προς τη μεριά του Χαμντάν. Στ’ αλήθεια τα πράγματα γίνονται πολύ περίπλοκα όταν πεθαίνουν οι ευσεβείς; Έλα όμως που είναι απαραίτητα. Να που οι άντρες κλέβουν τα χρόνια τους από το αρπακτικό που μετεωρίζεται στον ουρανό και προχωράνε. Αγγίζουν με τα δάχτυλά τους το κεφάλι του ευσεβούς, τον καρπό που ξεφύτρωσε πάνω στο δέντρο, στύβουν τη δροσιά του και βρίσκουν ότι είναι ένα απλό, καθόλου ελπιδοφόρο μανιτάρι. Ανταμώνουν οι ηττημένοι, οι καταπονημένοι κι οι λυπημένοι πάνω στην ταφόπλακα που από κάτω της κοιμάται το θαύμα και δεν αντικρίζουν παρά μόνο το πτώμα ενός δειλού θανάτου. Τα πράγματα γίνονται πολύ περίπλοκα όταν πεθαίνουν οι ευσεβείς, γκρεμίζονται οι γέφυρες της αυταπάτης, σαπίζουν οι υποσχέσεις…
Και τότε επιβάλλεται να σηκώσεις τη μοίρα σου.

Ήξερα ότι το επόμενο πρωί ο πηγεμός μου στο γραφείο μου στον Οργανισμό Βοήθειας θα ήταν οδυνηρός. Κάτι έχει συμβεί στη ζωή μου, που δεν μπορώ να το εκφράσω με λόγια. Κάτι έχει σπάσει μέσα μου και δεν μπορώ να το αλλάξω. Ήξερα πως δεν άντεχα πια να δουλεύω στην ίδια θέση όπου με είχαν βάλει εδώ και είκοσι χρόνια, αλλά δεν ήξερα προς τα που έπρεπε να προσανατολιστώ. Η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο από μια αλυσίδα που ο ένας κρίκος σέρνει τον άλλο από το χέρι, κι όταν ανακάλυπτα έναν ευσεβή, έχωνα τον κόσμο κάτω από τον μανδύα του, τον σκότωνα και τους λύτρωνα όλους από εκεί – αλλά προς τα που;

Από το βιβλίο “Άνθρωποι στον ήλιο” του Γασσάν Καναφάνι,
από Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Νασίμ Αλατράς