Ένα κάποιο χαμόγελο

Στο δρόμο μ΄ έπιασε απ΄ το χέρι και με τα βήματά μας συνταιριασμένα, έτσι όπως ακριβώς συνταιριάζουμε τις νύχτες τα κορμιά μας, κατηφορίσαμε προς τη στάση του λεωφορείου λεπτοί κι όμορφοι σαν ζωγραφιές.

…

Η παρουσία του Λιούκ, έκανε τα πράγματα να τρέχουν μ΄ ένα δικό τους αλλόκοτα γρήγορο ρυθμό, που στη συνέχεια όμως κατάπεφτε και παραχωρούσε τη θέση του στη ραθυμία και τη ρουτίνα, κάνοντας το χρόνο να μετριέται και πάλι με στιγμές, ώρες και τσιγάρα.

…

Ακόμα και σήμερα, εκείνη η ευτυχία, εκείνη η λησμονιά, εκείνη η αμοιβαία παράδοση των σωμάτων, μου φαίνεται σαν ένα τόσο πολύτιμο δώρο, που δεν καταφέρνω να πείσω τον εαυτό μου, ούτε λογικά ούτε συναισθηματικά, πως κάποτε το γεύτηκε.

…

Τότε μόνο συνειδητοποίησα πως δε μού ‘χε περάσει ποτέ απ΄το μυαλό ότι κάποια στιγμή θα φεύγαμε. Ναι, χωρίς καν να το καταλάβω, είχε δημιουργηθεί μέσα μου η εντύπωση πως θα περνούσα όλη μου τη ζωή σ΄ εκείνο το ξενοδοχείο, που ‘χε γίνει βολικό και φιλόξενο σαν μεγάλο καράβι, όπου οι νύχτες μου με τον Λιούκ θα περνούσαν άυπνες κι αυτός κι εγώ θα πορευόμασταν μαζί ήρεμα προς το χειμώνα και το θάνατο κουβεντιάζοντας για τα πρόσκαιρα πράγματα της ζωής.

…

Αν και κουρασμένη απ’ τ΄ απανωτά ξενύχτια, αισθανόμουν περίφημα, Χασμουριόμουν πάντως ακατάπαυστα και κάθε φορά που άναβα τσιγάρο, το χέρι μου έτρεμε λιγάκι. Ο χλιαρός ήλιος του Σεπτέμβρη μου χάιδευε απαλά τα μάγουλα και για πρώτη φορά ήμουν απόλυτα ειρηνεμένη. “Είμαστε καλά μονάχα όταν είμαστε κουρασμένοι”, υποστήριζε ο Λιούκ κι είχε μάλλον δίκιο, γιατί αυτός κι εγώ ανήκαμε στο είδος εκείνο των ανθρώπων που δεν καταλαγιάζουν ψυχικά παρά μονάχα όταν έχουν ξοδέψει κάποιο σημαντικό ποσοστό της ζωτικότητάς τους. Με τον τρόπο αυτό γλιτώνουν από την πλήξη και την αμηχανία που τους προκαλεί η περίφημη πια ερώτηση: “Τι έκανες στη ζωή σου;” οπότε βρίσκεσαι υποχρεωμένος να απαντήσεις: “Τίποτα”.

…

“Να λοιπόν”, έλεγα και ξανάλεγα μέσα μου. “Είμαι με τον Λιούκ στο πλευρό του, τόσο κοντά που μπορώ να απλώσω το χέρι μου και να τον αγγίξω. Ξέρω το κορμί του, τη φωνή του, τον τρόπο που κοιμάται. Διαβάζει κι αυτό με ενοχλεί, αλλά όχι και πάρα πολύ. Σε λίγο θα πάμε να φάμε και μετά θ΄ ανεβούμε να πλαγιάσουμε. Ύστερα από τρεις μέρες θα χωρίσουμε. Το πιο πιθανό είναι πως αυτό που ζούμε τώρα δεν θα επαναληφθεί. Όμως τούτη εδώ η στιγμή είναι ολότελα δική μας, μας ανήκει αποκλειστικά. Δεν ξέρω αν πρόκειται για έρωτα ή για αλληλοκατανόηση. Μα δεν έχει καμία σημασία. Είμαστε μόνοι, καθένας μας από τη μεριά του. Ο Λιούκ δεν υποψιάζεται πως σκέφτομαι για μας τους δύο. Διαβάζει. Παρ΄ όλα αυτά είμαστε μαζί και τρέφω για αυτόν την ίδια στοργή που τρέφει αυτός για μένα, αλλά και την ίδια αδιαφορία. Έξι μήνες μετά τον χωρισμό μας δεν θα θυμόμαστε ίσως τις στιγμές τούτες, μα κάποιες άλλες, πιο πρόσφατες, πιο ανόητες, πιο αθέλητες. Κι όμως αυτό που θα ‘θελα να κρατήσω για πάντα είναι αυτές εδώ, τούτη η περίοδος, όπου δέχτηκα επιτέλους πως η ζωή μπορεί να ‘ναι ήρεμη και γαλήνια και ταυτόχρονα σπαρακτικά γοητευτική και ενδιαφέρουσα.

Από το βιβλίο “Ένα κάποιο χαμόγελο” της Françoise Sagan
από Εκδόσεις Σ.Ι.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ σε μετάφραση Βαγγέλη Κατσάνη