Το γράμμα μιας άγνωστης

Απο εκείνη τη στιγμή σ’ αγάπησα. Ξέρω πως οι γυναίκες σου είπαν πολλές φορές αυτή τη λέξη, σε σένα τον χαϊδεμένο τους. Μα, πίστεψέ με, καμιά δεν σ΄ αγάπησε τόσο δυνατά -σαν σκλάβα, σαν σκυλί- με τόση αφοσίωση, όσο το κορίτσι εκείνου του καιρού. Τίποτα στον κόσμο δεν μοιάζει με την κρυφή αγάπη ενός παιδιού που είναι αποτραβηγμένο στη σκιά. Αυτή η αγάπη είναι τόσο άδολη, τόσο σεμνή, τόσο υποταγμένη, τόσο προσεκτική και τόσο παθιάρικη, που ποτέ δεν μπορεί να συγκριθεί με τον έρωτα που είναι καμωμένος από σαρκική επιθυμία. Μόνο τα κλεισμένα στον εαυτό τους παιδιά μπορούν να διατηρήσουν όλο τους το πάθος. Οι άλλοι εξαντλούν το αίσθημά τους σε κουβεντολόγια και το εξασθενίζουν με εξομολογήσεις. Άκουσαν πολύ να μιλούν γι΄ αγάπη, την αντάμωσαν στα βιβλία και ξέρουν πως ο έρωτας είναι κοινός νόμος. Παίζουν μαζί του σαν να είναι κουδουνίστρα, περηφανεύονται γι΄ αυτόν, όπως το παιδαρέλι για το πρώτο του τσιγάρο. Μα εγώ δεν είχα κανέναν στον οποίο να εμπιστευτώ το μυστικό μου, δεν είχα κανέναν για να με ορμηνέψει και να με κατατοπίσει. Ήμουν άπειρη και δεν ήξερα απολύτως τίποτα. Βάδιζα προς το πεπρωμένο μου, σαν να πήγαινα προς έναν γκρεμό.

Ο εαυτός μου δεν γνώριζε παρά εσένα, δεν ονειρευόταν παρά εσένα, εσύ ήσουν ο μόνος έμπιστός μου. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει από καιρό. Η μητέρα μου ήταν σαν ξένη, χαμένη στην αιώνια λύπη της. Δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα με τη μικρή σύνταξη που έπαιρνε. Οι συμμαθήτριές μου, καθώς ήταν κιόλας μισοδιεφθαρμένες, με αντιπαθούσαν γιατί εκείνες έπαιζαν με αυτό που για μένα ήταν το υπέρτατο πάθος. Ό,τι σε άλλους χωρίζεται και διαμοιράζεται, για μένα δεν ήταν παρά ένα ενιαίο σύνολο, έτσι όλο μου το είναι, που ήταν συγκεντρωμένο στον εαυτό μου και διαρκώς ανήσυχο, στράφηκε προς εσένα. Ήσουν για μένα, όλη μου η ζωή. Τίποτα δεν υπήρχε στον κόσμο για μένα παρά μόνο ό,τι είχε σχέση μ’ εσένα. Τίποτα στη ζωή μου δεν είχε σημασία, παρά μόνο εκείνο που με έφερνε πιο κοντά σου. Άλλαξες ριζικά τον τρόπο της ζωής μου. Ενώ πρώτα ήμουν αδιάφορη και μέτρια μαθήτρια, έγινα ξαφνικά η πρώτη στην τάξη μου. Διάβαζα εκατοντάδες βιβλία, ως αργά τη νύχτα, επειδή ήξερα ότι σου άρεσαν τα βιβλία. Άρχισα να μελετάω με επιμονή πιάνο -η μάνα μου είχε μείνει κατάπληκτη- επειδή πίστευα ότι αγαπούσες τη μουσική. Διόρθωσα τα φορέματά μου και φρόντιζα να είμαι πάντα χτενισμένη μόνο και μόνο για να είμαι, όταν με βλέπεις, περιποιημένη και καθαρή. Πόσο απαίσια μου φαινόταν η ποδιά μου -μου την είχε φτιάξει η μάνα μου από την παλιά της ρόμπα- επειδή είχε αριστερά ένα μπάλωμα από άλλο ύφασμα. Αν το έβλεπες κατά τύχη αυτό το μπάλωμα, αν με περιφρονούσες! Γι΄ αυτό κρατούσα πάντα σφιχτά τη σάκα μου, όταν ανέβαινα τρέχοντας τη σκάλα, τρέμοντας από τον φόβο μου. Μα ήταν κουταμάρα μου, γιατί ποτέ, σχεδόν ποτέ δεν με κοίταξες!

Κι επιτέλους, ένα βράδυ με πρόσεξες. Σε είχα δει που ερχόσουν από μακριά κι έβαλα όλη μου τη θέληση για να μην παραμερίσω από τον δρόμο σου. Η τύχη το έφερε κι ένα αυτοκίνητο που είχε έρθει να ξεφορτώσει, έκλεισε τον δρόμο κι έτσι αναγκάστηκες να περάσεις πολύ κοντά μου. Τυχαία, το αφηρημένο βλέμμα σου έπεσε πάνω μου. Είδες που σε κοίταζα προσεκτικά. Και τότε -ω, πόσο αυτή η ανάμνηση με κάνει να αναριγώ!- τότε η ματιά σου έγινε τρυφερή, χαϊδευτική και ταυτόχρονα διαπεραστική. Ήταν η ματιά με την οποία κοίταζες πάντα τις γυναίκες, ερευνητική και κατακτητική, και για πρώτη φορά μ΄ έκανε από παιδί γυναίκα. Για ένα ή δύο δευτερόλεπτα, το βλέμμα σου έμεινε καρφωμένο στο δικό μου -εγώ ούτε ήθελα ούτε μπορούσα να τραβήξω- και ύστερα προσπέρασες. Η καρδιά μου χτυπούσε. Χωρίς να το θέλω, βράδυνα το βήμα μου και, παρασυρμένη από μια ακατανίκητη περιέργεια, στράφηκα και είδα πως είχες σταματήσει και πως με κοίταζες από πίσω. Από τον τρόπο που με παρατηρούσες, κατάλαβα αμέσως ότι δεν με αναγνώρισες.

Από το βιβλίο “Το γράμμα μιας άγνωστης” του Στέφαν Τσβάιχ,
από Εμπειρία Εκδοτική σε μετάφραση Φρίξου Ηλιάδη