Άνοιξε τα μάτια. Ένας αέρας βίαιος, αποφασιστικός, είχε χυθεί στην κάμαρα. Φούσκωνε την κουρτίνα σαν πανί καραβιού, λύγιζε τα λουλούδια στο βάζο, τώρα την ξάφνιαζε στον ύπνο της. Ήταν ένας αέρας ανοιξιάτικος, ο πρώτος: ευώδιαζε δέντρο και δάσος και χώμα. Είχε διαβεί ανενόχλητα τις μακρινές συνοικίες, τους δρόμους μπουκωμένους από μυρωδιές, κι έφτασε ανάλαφρος, φλύαρος, αυγήν αυγή στην κάμαρά της, να της μιλήσει, πριν ακόμα καλά καλά ξυπνήσει, για τη χαρά της ζωής.
Έκλεισε ξανά τα μάτια, γύρισε μπρούμυτα και αναζήτησε με το χέρι, ψηλαφητά, το ξυπνητήρι στο πάτωμα, με το πρόσωπό της χωμένο πάντα στο προσκεφάλι. Θα το ΄χε ξεχάσει, όλα τα ξεχνούσε. Σηκώθηκε αργά αργά, έβγαλε το κεφάλι από το παράθυρο. Ήταν ακόμα σκοτάδι· αντίκρυ τα παράθυρα κατάκλειστα. Αυτός ο αέρας ήταν εντελώς ακαταλόγιστος, να κυκλοφορεί τέτοιαν ώρα. Ξαναπλάγιασε, έφτιαξε τα σκεπάσματα γύρω της, με βιαστικές κινήσεις. Για λίγο, σαν να είχε αποκοιμηθεί.
Του κάκου. Ο αέρας τριγύριζε μέσα στην κάμαρα, τον ένιωθε να νευριάζει με τα νοχελικά αναγερμένα τριαντάφυλλα, με τις κουρτίνες που φούσκωναν τρομαγμένες. Στιγμές στιγμές, περνούσε πάνω της, παρακαλώντας την μ’ όλα τα περβολίσια του αρώματα: «Έλα να περπατήσεις, έλα να περπατήσεις μαζί μου». Το ναρκωμένο κορμί της αρνιόταν, κουρέλια ονείρου ξανάρχονταν, θολώνοντας το μυαλό της, μα ένα χαμόγελο χάραζε λίγο λίγο στα χείλη της. Η αυγή, η εξοχή την αυγή, τα τέσσερα πλατάνια στην άπλα, οι φυλλωσιές, τους ωραία ξεκομμένες στον άσπρο ουρανό, ο ήχος του χαλικιού στα βήματα του σκύλου, η αιώνια παιδικότητα. Τι θα μπορούσε ακόμα να δώσει κάποια γοητεία σ’ αυτή την παιδικότητα, ύστερα από τις κλάψες των συγγραφέων, τις θεωρίες των ψυχαναλυτών, τις εξομολογητικές διαχύσεις των ανθρώπων, μόλις αγγίζανε το θέμα: «όταν ήμουν παιδί»; Αυτή η νοσταλγία, χωρίς άλλο, μιας ανευθυνότητας υπέρτατης και χαμένης. Αλλά εκείνη (δεν θα το ομολογούσε σε κανένα) δεν την είχε χάσει. Ένιωθε ολότελα ανεύθυνη.
…
Υπάρχουν στιγμές απόλυτης ευτυχίας, κάποτε μέσα στη μοναξιά, που η ανάμνησή τους, περισσότερο από την ανάμνηση ενός οποιουδήποτε εξωτερικού περιστατικού, μπορεί σε μια κρίσιμη στιγμή, να σας γλιτώσει απ’ την απελπισία. Γιατί ξέρει κανείς πως υπήρξε κάποτε ευτυχισμένος, μόνος και χωρίς κανένα λόγο. Ξέρει πως αυτό γίνεται. Και η ευτυχία, -που σας φαίνεται τόσο δεμένη με ένα πρόσωπο, όταν γίνετε δυστυχισμένος εξαιτίας του, τόσο αξεδιάλυτα, οργανικά σχεδόν, εξαρτημένη από εκείνον- σας παρουσιάζεται πάλι σαν κάτι το λείο, το ομαλό, το άθικτο και παντοτινά ελεύθερο στη διάθεσή σας (κάτι μακρινό σίγουρα, αλλά οπωσδήποτε εφικτό).
…
‘Ητανε μια απ΄ αυτές τις καλοκαιριάτικες βροχές, τις αργές και μελαγχολικές, που θυμίζουνε πιο πολύ τη δουλειά ενός τεμπέλη κηπουρού παρά τη μανία των στοιχείων.
…
Στάθηκε μπροστά στη βιτρίνα ενός ανθοπωλείου, για να θαυμάσει τον εαυτό της πλαισιωμένο από τις βιολέτες και τα κόκκινα τριαντάφυλλα.
Από το βιβλίο “Υποταγή” της Françoise Sagan,
από Εκδόσεις Σ.Ι.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ σε μετάφραση Βαγγέλη Κατσάνη