Ο Ο., σε μια συζήτηση με τον Α., του περιγράφει πώς νιώθεις γερνώντας. Ο Ο. μπήκε τώρα στα εβδομήντα, η μνήμη του έχει κενό, το πρόσωπό του είναι ρυτιδιασμένο σαν μισάνοιχτη παλάμη. Κοιτάζοντας τον Α. και κουνώντας το κεφάλι του με ύφος απολύτως απαθές, λέει: “Τί παράξενο να συμβεί αυτό σε ένα αγοράκι”.
Ναι, είναι πιθανό να μη μεγαλώσουμε, ακόμα κι αν μεγαλώσουμε, παραμένουμε τα παιδιά που ήμασταν πάντα. Θυμόμαστε τους εαυτούς μας όπως ήμασταν τότε και νιώθουμε ότι είμαστε ίδιοι. Κάναμε λοιπόν τους εαυτούς μας αυτό που είμαστε τώρα και, σε πείσμα του χρόνου που περνά, παραμένουμε αυτό που ήμασταν. Δεν αλλάζουμε για εμάς. Ο χρόνος μάς γερνά, εμείς όμως δεν αλλάζουμε.
Από το βιβλίο “Η επινόηση της μοναξιάς” του Paul Auster
εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Σταυρούλας Αργυροπούλου