Το τραγούδι του προφήτη

Κοιτάζει τον ουρανό και βλέπει τη βροχή που πέφτει από ψηλά και στην κατεστραμμένη αυλή δεν υπάρχει τίποτα να δει, μόνο ο κόσμος που επιμένει, το σπασμένο τσιμέντο που αφήνει να ξεμυτίσουν οι χυμοί της ζωής οι κρυμμένοι αποκάτω του, κι όταν η αυλή θα ‘ναι παρελθόν, αυτό θα ‘χει μείνει, η επιμονή του κόσμου ότι δεν είναι όνειρο, κι όμως, για τον παρατηρητή δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγει από το όνειρο κι από το κόστος της ζωής που είναι πόνος, και βλέπει τα παιδιά της που τα γέννησε σ΄ έναν κόσμο αφοσίωσης και αγάπης, και τα βλέπει καταδικασμένα σ΄ έναν κόσμο τρόμου, ένας τέτοιος κόσμος πρέπει να τελειώσει, ο κόσμος αυτός πρέπει να καταστραφεί, κοιτάζει το μωρό της, αυτό το μικρό που παραμένει αθώο, και βλέπει πως φάσκει και αντιφάσκει κι αυτό την τρομάζει, και βλέπει πως από τον τρόμο γεννιέται συμπόνια κι από τη συμπόνια αγάπη και με την αγάπη ο κόσμος μπορεί να σωθεί ξανά, και βλέπει ότι ο κόσμος δεν τελειώνει, είναι ματαιοδοξία να πιστεύεις πως ο κόσμος θα τελειώσει κατά τη διάρκεια της δικής σου ζωής, πως κάτι θα συμβεί ξαφνικά και θα τον τελειώσει, όχι, αυτό που τελειώνει είναι η ζωή σου, η δική σου ζωή και μόνο, αυτό που έχουν τραγουδήσει οι προφήτες τραγουδιέται ξανά και ξανά μέσα στο χρόνο, ο ερχομός του ξίφους, η φωτιά που κατακαίει τα πάντα, ο ήλιος που βυθίζεται στη γη καταμεσήμερο σκοτεινιάζοντας τον κόσμο, η οργή ενός θεού ενσαρκωμένου στο στόμα ενός προφήτη έξαλλου με την κακία που κανείς δεν βλέπει, ο προφήτης δεν τραγουδάει το τέλος του κόσμου, τραγουδάει ό,τι συνέβη κι ό,τι θα συμβεί και τί συμβαίνει σε κάποιους αλλά όχι σε κάποιους άλλους, ο κόσμος συνεχώς τελειώνει και ξανατελειώνει σ΄ έναν τόπο κι όχι σ΄ έναν άλλον, το τέλος του κόσμου είναι πάντα τοπικό γεγονός, έρχεται στην χώρα σου, επισκέπτεται την πόλη σου, χτυπάει την πόρτα σου, για τους άλλους είναι μια μακρινή προειδοποίηση, μια σύντομη είδηση, μια ηχώ γεγονότων που επιβιώνουν στη λαϊκή παράδοση, ο Μπεν γελάει πίσω της, και γυρίζει και βλέπει τη Μόλι που τον κρατάει στην αγκαλιά της και τον γαργαλάει, βλέπει τον γιο της και βλέπει στα μάτια του μιαν ακτινοβόλα επιμονή, είναι η επιμονή του κόσμου πριν από την πτώση, και πέφτει στα γόνατα και κλαίει, παίρνοντας το χέρι της κόρης της στα δικά της. Συγγνώμη, λέει, και η Μόλι την κοιτάζει σμίγοντας τα φρύδια της και κουνάει το κεφάλι και τραβάει τη μαμά της κοντά και την αγκαλιάζει. Γιατί συγγνώμη, μαμά, δεν έχεις κανένα λόγο να ζητάς συγγνώμη, και η Άιλις προσπαθεί να χαμογελάσει καθώς η Μόλι της σκουπίζει τα δάκρυα.

Ο άντρας κάτι φωνάζει, αλλά τα λόγια του δεν ακούγονται, ακολουθεί τους άλλους στο σωρό με τα σωσίβια λίγο πιο πέρα, τα σωσίβια δεν φτάνουν για όλους, παίρνει ένα για την Μόλι, αλλά η Μόλι αρνείται να το φορέσει, κουνάει το κεφάλι, όχι, και η Άιλις της λέει, κοίτα, έχω τον Μπεν δεμένο στο στήθος μου, έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να το βάλω, και η Μόλι κλαίει με λυγμούς όταν ο άντρας με το μπουφάν διαλέγει κάποιον να κουμαντάρει το κάθε φουσκωτό, η Άιλις τον ακούει, ακούει τί τους λέει, δίνοντας στον καθένα ένα GPS, τραβήξτε προς τις συντεταγμένες που είναι περασμένες και θα φτάσετε πολύ γρήγορα. Η Μόλι δυσκολεύεται με το σωσίβιο, ανοίγει τα χέρια της και η Άιλις της στερεώνει τα λουριά, ύστερα κοιτάζει το πρόσωπο της κόρης της. Για μια στιγμή είναι λες κι ο κόσμος ολόκληρος σωπαίνει, η σιωπή λες και βγαίνει από το σκοτεινό στόμα του ορίζοντα που περιμένει, και η Μόλι την παρακαλάει να μη φύγουν, φωνάζει, μαμά, σε παρακαλώ, δεν θέλω να πάω, δεν θέλω να το κάνω αυτό, και η Άιλις στέκεται για μια στιγμή και κοιτάζει τους ανθρώπους που μπαίνουν στις βάρκες και βλέπει τον αέρα να ορμάει μέσα στ΄ ανοιχτά τους στόματα σαν να θέλει ν΄ αρπάξει κάτι από μέσα τους και βλέπει τη θαμπή γερτή γραμμή της στεριάς και βλέπει σ΄ ένα χωράφι πιο πέρα ένα άλογο αχνό μελανό και κάτι ξαφνικά αναγνωρίζει. Κοιτάζει το Μόλι στα μάτια και δεν βρίσκει τις σωστές λέξεις, δεν υπάρχουν λέξεις τώρα γι’ αυτό που θέλει να πει και κοιτάζει τον ουρανό, βλέπει μόνο σκοτάδι, και ξέρει πως έχει γίνει ένα μ΄ αυτό το σκοτάδι, και πως αν δεν φύγουν, θα μείνουν μέσα σ΄ αυτό το σκοτάδι, ενώ αυτή θέλει να ζήσουν, κι αγγίζει το κεφαλάκι του γιου της και παίρνει τα χέρια της κόρης της και τα σφίγγει σαν να της λέει ότι δεν θα την αφήσει ποτέ, και της λέει, στη θάλασσα, θα βγούμε στη θάλασσα, η θάλασσα είναι ζωή.

Από το βιβλίο “Το βιβλίο του Προφήτη” του Paul Lynch,
εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου και Άγγελου Αγγελίδη