Πόσα δεν ξέρουν οι νέοι, σκέφτηκε γέρνοντας δίπλα σ΄αυτόν τον άντρα που άγγιζε τον ώμο της, το μπράτσο της, ώ πόσα δεν ξέρουν οι νέοι. Δεν ξέρουν πως αυτά τα γέρικα, χοντρά και ζαρωμένα σώματα έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη όσο και τα δικά τους, τα νεανικά και σφριγηλά, πως τον έρωτα δεν τον προσπερνάς, έτσι απλά, σαν γλυκό στην πιατέλα που μετά θα το ξαναβρείς. Όχι, όταν υπάρχει έρωτας διαθέσιμος, τον διαλέγεις ή δεν τον διαλέγεις. Κι αν η πιατέλα ήταν κάποτε γεμάτη από τα καλούδια του Χένρυ, κι αυτά τα καλά τα έβρισκε φορτικά και τα ξεφορτωνόταν σαν ψίχουλα, αυτό το έκανε γιατί δεν ήξερε κάτι που έπρεπε να ξέρει: ότι οι μέρες, η μία μετά την άλλη, σπαταλιούνται χωρίς να το καταλαβαίνεις.
Κι έτσι, τί σημασία είχε αν αυτός ο άντρας τώρα δίπλα της δεν ήταν ο άντρας που θα είχε διαλέξει σε καιρούς προηγούμενους; Κατά πάσα πιθανότητα, ούτε κι εκείνος θα την είχε διαλέξει. Τώρα όμως ήταν εδώ, και η Όλιβ φανταζόταν τους δυό τους σαν δυό φέτες ελβετικό τυρί κολλημένες η μία με την άλλη, με όλες τις τρύπες και τα κενά που είχε αυτή η ένωση – με τα κομμάτια που σου στερούσε η ζωή.
Τα μάτια της ήταν κλειστά κι ο κουρασμένος της εαυτός κατακλυζόταν ολόκληρος από κύματα ευγνωμοσύνης – και μεταμέλειας. Έβλεπε στο μυαλό της το φωτεινό δωμάτιο, τον τοίχο που έλουζε ο ήλιος, το θάμνο απ΄ έξω. Όλα τη σάστιζαν, ο κόσμος. Δεν ήθελε να τον εγκαταλείψει ακόμα. –
Από το βιβλίο “Όλιβ Κίττριτζ” της Elizabeth Strout,
εκδόσεις ΑΓΡΑ σε μετάφραση της Μαραγαρίτας Ζαχαριάδου