Όταν πρωτοήρθα εδώ μου είπαν ότι υπάρχουν μόνο δύο εποχές… ο χειμώνας και το καλοκαίρι. Κι είχαν δίκιο. Κατευθείαν στο καλοκαίρι, χωρίς άνοιξη. Τα χόρτα, καλυμμένα μήνες από το χιόνι κιτρίνιζαν χωρίς καν να πρασινίσουν. Ακόμη και τα πουλιά που τραγουδούσαν χαρούμενα πριν από εβδομάδες, τώρα τιτίβιζαν κουρασμένα.
Ήμουν σαν τον εγκαταλελειμμένο άχρηστο και παρατημένο μύλο που τον αγνοούσαν ακόμα και τα πουλιά και που περίμενε να γκρεμιστεί. Σ΄ αυτή την ξεχασμένη και μακρινή γωνιά της γης όπως και σε τόσα άλλα μέρη η γραμμή ανάμεσα στο καλό και το κακό τον πόνο και την ευτυχία, ήταν θολή. Σαν να συνέβαιναν όλα μόνο και μόνο για να ξεχάσουμε τον χρόνο. Λες και αυτό το αδιάκοπο χιόνι πάσχιζε να θάψει τα πάντα, για να τα παραδώσει στη λήθη.
Οι εποχές έρχονται και φεύγουν, οι ελπίδες γεννιούνται και πεθαίνουν κι ωστόσο, η ζωή συνεχίζεται πιστεύοντας υπομονετικά σε κάτι άγνωστο.
Η ώρα μου να φύγω από εδώ πλησίαζε.
…
Μετά που την άφησα, άρχισα ν΄ ανεβαίνω το λόφο που ήταν καλυμμένος από ξερά χόρτα που δεν ξέρω καν το όνομά τους. Αυτά τα ανώνυμα ταπεινά χόρτα που δεν ενδιαφέρουν κανέναν μου φάνηκαν σημαντικά για πρώτη φορά γιατί θεωρούνται άνευ αξίας όπως και η ζωή μου εδώ.
Ύστερα σκέφτηκα τη Σεβίμ. Τι έψαχνα σ΄ αυτήν; Σ΄ αυτό το ακίνητο και δίχως ζωή τοπίο, αυτό που έψαχνα σ΄ εκείνη ήταν ίσως κάτι που δεν μπορούσα να βρω μέσα μου. Μία κάποια ενέργεια, ένα μικρό σημάδι υπερβατικότητας. Δεν ονειρευόμουν εκείνην, αλλά κάτι πέρα από εκείνη. Ήθελα απλώς μέσα από αυτήν να δω έναν ονειρικό κόσμο που είχα στήσει πέρα από αυτήν. Ήξερα όμως ότι μεταξύ μας υπήρχε μία άβυσσος αρκετά βαθιά και πλατιά για να πνίξει τις κραυγές μας. Μία απόσταση τόσο αδυσώπητη που δεν άφηνε τις συνειδήσεις μας να σμίξουν. Ονειρεύτηκα το ανέφικτο. Και τώρα της μιλάω και πάλι νοερά. Σεβίμ. Σου είπα ψέματα την τελευταία φορά που μιλήσαμε. Παρά τις προσπάθειές μου να πειστώ, δεν μετανιώνω που σε γνώρισα. Μακάρι να μπορούσα να δω τον εαυτό μου μέσα από τα μάτια σου. Είναι προφανές ότι δεν θα είσαι σαν εμένα στο μέλλον. Θα είσαι μία δύστροπη, αδίστακτη, χαρούμενη και φιλόδοξη γυναίκα που θα έχει μια πιο στενή και πιο άμεση σχέση με τη ζωή. Αυτό με κάνει να λυπάμαι αλλά και να χαίρομαι για εσένα. Έτσι είναι η ζωή. Ακόμα και αυτή η σύμπτωση που μας έφερε κοντά είναι ένα εκπληκτικό μυστήριο. Το συναίσθημα που κυριαρχεί όσο παίρνει μορφή αυτή η ιδέα σημαίνει πως όλα όσα έγιναν δεν μπορούν να θεωρηθούν άχρηστα. Ναι. Εμπειρίες, λέξεις και συναισθήματα αντικατοπτρίζονται ίσως σε κάποιον σκοτεινό διάδρομο του σύμπαντος. Αλλά όπως φαίνεται η αλήθεια είναι σκληρή και βαρετή. Θα το καταλάβεις αυτό όπως όλοι οι άλλοι. Ο χρόνος θα περάσει κι αν επιβιώσεις σε αυτό το μέρος των ατελείωτων ματαιώσεων και πάλι θα κιτρινίσεις και στο τέλος θα ξεραθείς. Θα βρεις τον εαυτό σου στα μισά της ζωής σου και θα δεις ότι δεν κέρδισες τίποτα πέρα από αυτή την έρημο μέσα σου και τίποτα άλλο.
Από την ταινία “Kuru Otlar Üstüne (About Dry Grasses)” (2023) του Nuri Bilge Ceylan
