Σε τούτα τα μέρη δεν είχαν και τόσο σημασία οι ονομασίες. Ζούσες, κι αυτό ήταν όλο.
…
Αυτή είχε μάθει πως τα πράγματα δεν έχουν σημασία.
…
Με τον καιρό ο άντρας και η γυναίκα κατάληξαν ν΄αποδεχτούν ο ένας το μυστήριο του άλλου, που η στέγη τους δεν μπορούσε να χωρέσει. Καμιά φορά, τις νύχτες ξενυχτούσαν κι έμεναν ακίνητοι ν΄αφουγκράζονται ο ένας την ανάσα του άλλου απορώντας και θαυμάζοντας. Ύστερα ξανακοιμόνταν κουρασμένοι καθώς ήταν ύπνος βαθύς, χωρίς όνειρα. Η συνήθεια τους παρηγορούσε και τους βόλευε, όπως ακριβώς τους παρηγορούσαν και τους βόλευαν τα ζεστά ροφήματα και οι παντόφλες, κι έφτανε στο σημείο να παρουσιάζεται μεταμορφωμένη σε αγάπη.
…
Από το βιβλίο “Το δέντρο του ανθρώπου” του Patrik White,
εκδόσεις ΔΥΡΟΣ σε μετάφραση της Κ. Γαλανοπούλου και του Β. Κατσάνη